WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

ρύμες

noun

ρύμεςΣτενά δρομάκια ή μικροί δρόμοι, συνήθως σε πόλη ή οικισμό.

Daily Puzzle #192 · 28 Δεκεμβρίου 2021
Κανένα σχόλιο ακόμα