ˈɾi.pos
Ετυμολογίαρύπος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ῥύπος
:* για τη ρύπανση < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική pollution
- βρομιά
- ουσία που ρυπαίνει το περιβάλλον
“※ Στο εργοστάσιο λειτουργούν 19 ηλεκτροστατικά φίλτρα και 136 σακόφιλτρα τελευταίας τεχνολογίας, συμβάλλοντας σημαντικά στη μείωση των ρύπων (Αίγλη Δήμογλου, Η βιομηχανία στο νομό Μαγνησίας από στον 1”
Τύποιρύπος(singular, nominative) · ρύποι(nominative, plural) · ρύπου(genitive, singular) · ρύπων(genitive, plural) · ρύπο(accusative, singular) · ρύπους(accusative, plural) · ρύπε(singular, vocative) · ρύποι(vocative, plural) · ρύπος(masculine)