Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΣΑΛΑΣ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
σάλας
σάλας
—
γενική ενικού του σάλα
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
Σάλας < αρχαία ελληνική Σάλας
noun
genitive, singular
γενική ενικού του σάλα
name
ανδρικό επώνυμο
Τύποι
Σάλας
(masculine)
·
Salas
(transliteration, Latin)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1483 · 11 Ιουλίου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις