WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

σέτερ

noun

σέτερΠλεκτό ρούχο με μακριά μανίκια (συνήθως πουλόβερ).

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #1681 · 25 Ιανουαρίου 2026
Κανένα σχόλιο ακόμα