Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΣΕΤΕΡ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
σέτερ
noun
σέτερ
—
Πλεκτό ρούχο με μακριά μανίκια (συνήθως πουλόβερ).
Βικιλεξικό →
Λεξικό
ˈse.teɾ
Ετυμολογία
σέτερ < (άμεσο δάνειο) αγγλική setter < set
noun
ράτσα κυνηγόσκυλων
Τύποι
σέτερ
(invariable, neuter)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1681 · 25 Ιανουαρίου 2026
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις
Μεταφράσεις
2
setter
English
setter
French