Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΣΑΘΡΟ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
σαθρό
σαθρό
—
αιτιατική ενικού του σαθρός
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
accusative, singular
αιτιατική ενικού του σαθρός
accusative, neuter, nominative, singular, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του σαθρός
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#263 · 9 Μαρτίου 2022
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις