Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΣΑΚΙΑ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
σακιά
σακιά
—
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σακί
Wiktionary →
Λεξικό
Ετυμολογία
Σακιά < → λείπει η ετυμολογία
noun
accusative, nominative, plural, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σακί
name
γυναικείο επώνυμο
Τύποι
Σακιά
(feminine)
·
Sakia
(transliteration, Latin)
Πηγή: Βικιλεξικό
Appeared In
Daily Puzzle
#199 · 4 Ιανουαρίου 2022
Share
·
Archive
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις