Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΣΑΝΟΥ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
σανού
σανού
—
γενική ενικού του σανός
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
Σανού < γενική ενικού του αρσενικού Σανός
noun
genitive, masculine, singular
γενική ενικού του σανός
genitive, neuter, singular
γενική ενικού του σανό
name
γυναικείο επώνυμο
Τύποι
Σανού
(feminine)
·
Σανός
(masculine)
·
Sanou
(transliteration, Latin)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1360 · 10 Μαρτίου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις