A WORD EXAMINED

σατέν

a portrait in meaning space

σατένλεπτό ύφασμα από μετάξι, νάιλον ή πολυεστέρα που είναι γυαλιστερό στη μία μόνο επιφάνειά του

Βικιλεξικό →
Κανένα σχόλιο ακόμα