Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΣΕΠΤΗ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
σεπτή
adjective
σεπτή
—
Που προκαλεί σεβασμό· αξιοσέβαστη, σεβάσμια (συνήθως για πρόσωπο ή θεσμό).
Βικιλεξικό →
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1606 · 11 Νοεμβρίου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις