WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

σεπτή

5 letters·Ελληνικά
adjective

σεπτή—Που προκαλεί σεβασμό· αξιοσέβαστη, σεβάσμια (συνήθως για πρόσωπο ή θεσμό).

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #1606 · 11 Νοεμβρίου 2025
Κανένα σχόλιο ακόμα