Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΣΕΠΤΟ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
σεπτό
σεπτό
—
αιτιατική ενικού του σεπτός
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
accusative, singular
αιτιατική ενικού του σεπτός
accusative, neuter, nominative, singular, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του σεπτός
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1448 · 6 Ιουνίου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις