WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

σιάξω

verb

σιάξωΚάνω κάτι να είναι τακτοποιημένο ή σωστό· το φτιάχνω/το ετοιμάζω.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #120 · 17 Οκτωβρίου 2021
Κανένα σχόλιο ακόμα