Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΣΙΑΞΩ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
σιάξω
verb
σιάξω
—
Κάνω κάτι να είναι τακτοποιημένο ή σωστό· το φτιάχνω/το ετοιμάζω.
Βικιλεξικό →
Λεξικό
verb
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σιάχνω
θα σιάξω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σιάχνω
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#120 · 17 Οκτωβρίου 2021
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις