Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΣΙΜΗΣ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
σιμής
adjective
σιμής
—
Που έχει πλακουτσή ή γυριστή μύτη (συνήθως για άνθρωπο ή ζώο).
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
Σιμής < → λείπει η ετυμολογία
adj
genitive, singular
γενική ενικού του σιμή
name
ανδρικό όνομα
Τύποι
Σιμής
(masculine)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1000 · 15 Μαρτίου 2024
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις