WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

σκάλα

σκάλακλίμακα, μόνιμη πακτωμένη κατασκευή (σχετ. κλιμακοστάσιο), με βαθμίδες (σκαλοπάτια), για άνοδο και κάθοδο

Wiktionary →
Duotrigordle Board 21 #8 · 18 Απριλίου 2026
Daily Puzzle #1242 · 12 Νοεμβρίου 2024
·Archive
No comments yet