ˈska.la
Originσκάλα < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή σκάλα < λατινική scala < scando < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *skend- (πηδώ)
- κλίμακα, μόνιμη πακτωμένη κατασκευή (σχετ. κλιμακοστάσιο), με βαθμίδες (σκαλοπάτια), για άνοδο και κάθοδο
- figurativelyκλίμακα με κυλιόμενες βαθμίδες, για άνοδο και κάθοδο χωρίς κόπο (κυλιόμενη σκάλα)
- μεταφέρσιμη κατασκευή, ξύλινη ή μεταλλική, που είναι φορητή από άνθρωπο ή τοποθετημένη σε ειδικό (συνήθως πυροσβεστικό) όχημα, για να τοποθετείται όπου μας εξυπηρετεί, για άνοδο και για κάθοδο
- αποβάθρα, λιμάνι
- επίνειο : (η κοντινή πόλη που έχει λιμάνι)
- Cypriotμονάδα μέτρησης που ισούται με 14.400 τετραγωνικά πόδια
- η μπαγκίνα ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- Σκάλα του Μιλάνο, διάσημη αίθουσα για όπερες
Formsσκάλα(singular, nominative) · σκάλες(nominative, plural) · σκάλας(genitive, singular) · σκάλα(accusative, singular) · σκάλες(accusative, plural) · σκάλα(singular, vocative) · σκάλες(vocative, plural) · σκάλα(feminine) · Σκάλα(singular, nominative) · Σκάλες(nominative, plural) · Σκάλας(genitive, singular) · Σκάλα(accusative, singular) · Σκάλες(accusative, plural) · Σκάλα(singular, vocative) · Σκάλες(vocative, plural) · Σκάλα(feminine)