Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΣΚΑΡΟ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
σκάρο
noun
σκάρο
—
Ψάρι της θάλασσας, ο σκάρος (είδος παπαγαλόψαρου).
Βικιλεξικό →
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#850 · 17 Οκτωβρίου 2023
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις