Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΣΚΕΤΑ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
σκέτα
σκέτα
—
με σκέτο τρόπο
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
σκέτα < σκέτος + -α
adv
με σκέτο τρόπο
accusative, neuter, nominative, plural, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του σκέτος
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#497 · 29 Οκτωβρίου 2022
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις