Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΣΚΙΖΕ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
σκίζε
verb
σκίζε
—
Προστακτική του «σκίζω»: κόψε ή άνοιξε κάτι με σκίσιμο, κάν’ το κομμάτια.
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1439 · 28 Μαΐου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις