WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

σκύρο

σκύρομικρό κομμάτι πέτρας που προέρχεται από τεχνητό τεμαχισμό στερεών πετρωμάτων, χαλίκι

Wiktionary →
Daily Puzzle #543 · 14 Δεκεμβρίου 2022
·Archive
No comments yet