Originσκύρο < ελληνιστική κοινή σκῦρος < ξυρόν < ξύω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ksnew- < *kes- (ξύνω, λειαίνω)
- μικρό κομμάτι πέτρας που προέρχεται από τεχνητό τεμαχισμό στερεών πετρωμάτων, χαλίκι
- το χαλίκι που τοποθετείται κάτω από τις ράγες του τρένου
Formsσκύρο(singular, nominative) · σκύρα(nominative, plural) · σκύρου(genitive, singular) · σκύρων(genitive, plural) · σκύρο(accusative, singular) · σκύρα(accusative, plural) · σκύρο(singular, vocative) · σκύρα(vocative, plural) · σκύρο(neuter)