WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

σκύψε

ρήμα

σκύψεΠροστακτική του «σκύβω»: χαμήλωσε το κεφάλι ή το σώμα προς τα κάτω.

Wiktionary →
Daily Puzzle #1676 · 20 Ιανουαρίου 2026
·Archive
No comments yet