WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

σμίξε

ρήμα

σμίξεΠροστακτική του «σμίγω»: έλα/ελάτε σε επαφή ή ενώσου/ενωθείτε με κάποιον ή κάτι.

Wiktionary →
Daily Puzzle #692 · 12 Μαΐου 2023
·Archive
No comments yet