Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΣΟΡΟΙ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
σοροί
noun
σοροί
—
Πληθυντικός του «σωρός»: στοίβες/μάζες από πράγματα ή υλικά, συνήθως άτακτα συγκεντρωμένα.
Λεξικό
/soˈɾi/
noun
feminine, form-of, nominative, plural, vocative
nominative/vocative plural of σορός (sorós)
Τύποι
soroí
(romanization)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1641 · 16 Δεκεμβρίου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις