Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΣΟΡΩΝ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
σορών
noun
σορών
—
Γενική πληθυντικού του «σορός»: το φέρετρο ή η λάρνακα όπου τοποθετείται νεκρός.
Λεξικό
/soˈɾon/
noun
feminine, form-of, genitive, plural
genitive plural of σορός (sorós)
Τύποι
sorón
(romanization)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#358 · 12 Ιουνίου 2022
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις