WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

σορών

5 letters·Ελληνικά
noun

σορώνΓενική πληθυντικού του «σορός»: το φέρετρο ή η λάρνακα όπου τοποθετείται νεκρός.

Daily Puzzle #358 · 12 Ιουνίου 2022
Κανένα σχόλιο ακόμα