Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΣΟΥΕΤ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
σουέτ
σουέτ
—
απαλό δέρμα για παπούτσια και ρούχα
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
σουέτ < (λόγιο δάνειο) γαλλική suède
noun
απαλό δέρμα για παπούτσια και ρούχα
Τύποι
σουέτ
(invariable, neuter)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#313 · 28 Απριλίου 2022
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις
Μεταφράσεις
2
suede
English
suede
French