WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

σπόρο

ουσιαστικό

σπόροΟ σπόρος είναι ο σπόρος/κουκούτσι ενός φυτού που φυτεύεται για να φυτρώσει νέο φυτό.

Wiktionary →
Daily Puzzle #1740 · 25 Μαρτίου 2026
·Archive
No comments yet