WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

στάρι

noun

στάριΤο σιτάρι, ο καρπός/δημητριακό από το οποίο φτιάχνεται το αλεύρι.

Daily Puzzle #962 · 6 Φεβρουαρίου 2024
Κανένα σχόλιο ακόμα