ˈsta.si
Ετυμολογίαστάση < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική στά(σις) + -ση < αρχαία ελληνική ἵσταμαι
: για τη «διακοπή» < (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική stoppage
- το σταμάτημα
“Περίμενε! Κάνε μια στάση!”
- το μέρος όπου σταματά ένα μέσο μαζικής μεταφοράς
“Κατεβαίνω στην επόμενη στάση.” — ≈ συνώνυμα:σταθμός
- η προσωρινή διακοπή
“στάση πληρωμών”
“στάση εργασίας”
- το κάθε μέρος ενός φιλμ όπου αποτυπώνεται το φως των φωτογραφιών
“Έχω ένα παλιό φιλμ 24 στάσεων.” — ≈ συνώνυμα:καρέ
- ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει κάποιος ένα ζήτημα, τρόπος αντιμετώπισης
“όλοι περιμένουν να δουν ποια στάση θα κρατήσουν τα πολιτικά κόμματα απέναντι σ' αυτό το ζήτημα”
“δε μου αρέσει αυτή η παθητική στάση αναμονής”
“(ψυχολογία) ταυτόσημο του αγγλικού όρου ψυχολογίας: "attitude"”
- η εξέγερση απέναντι σε μια νόμιμη εξουσία, ανταρσία
- ο τρόπος με τον οποίο κάποιος κάθεται ή στέκεται ή γενικά κρατά το σώμα του
“πρόσεχε τη στάση σου όταν κάθεσαι τόσες ώρες, ειδάλλως θα καμπουριάσεις”
Τύποιστάση(singular, nominative) · στάσεις(nominative, plural) · στάσης(genitive, singular) · στάσεων(genitive, plural) · στάση(accusative, singular) · στάσεις(accusative, plural) · στάση(singular, vocative) · στάσεις(vocative, plural) · στάση(feminine) · Στάση(feminine) · Στάσης(masculine) · Stasi(transliteration, Latin)