ˈste.ʝi
Ετυμολογίαστέγη < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική στέγη
- η οριζόντια ή επικλινής επιφάνεια που καλύπτει κάποιο κτίσμα και μπορεί να αποτελείται από πλάκες, κεραμίδια, μπετόν κ.λπ.
- figurativelyτο σπίτι, η κατοικία
- figurativelyη εταιρεία ή ο οργανισμός που έχει ένα ορισμένο σκοπό να προωθήσει και να προστατεύσει
“Tο περιοδικό μας προσφέρει στέγη σε νέους λογοτέχνες.”
- ο χώρος που παρέχεται για την εξυπηρέτηση μιας ορισμένης, επαγγελματικής συνήθως, ανάγκης
“Αυτή είναι η θεατρική στέγη του γνωστού σκηνοθέτη και ηθοποιού.”
Τύποιστέγη(singular, nominative) · στέγες(nominative, plural) · στέγης(genitive, singular) · στεγών(genitive, plural) · στέγη(accusative, singular) · στέγες(accusative, plural) · στέγη(singular, vocative) · στέγες(vocative, plural) · στέγη(feminine)