WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

στέκα

noun

στέκαΜακρύ ξύλινο ραβδί που χρησιμοποιείται στο μπιλιάρδο για να χτυπάς τις μπάλες.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #492 · 24 Οκτωβρίου 2022
Κανένα σχόλιο ακόμα