Originστίμη < αγγλική steam
- slangο ατμός ως κινητήρια δύναμη ενός ατμόπλοιου καθώς και (συνεκδοχικά) η ταχύτητα πλεύσης του ατμόπλοιου
Formsστίμη(singular, nominative) · στίμης(genitive, singular) · στίμη(accusative, singular) · στίμη(singular, vocative) · στίμη(feminine)