Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΣΤΊΞΕ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
στίξε
5 letters
·
Ελληνικά
verb
στίξε
—
Μορφή του ρήματος «στίζω»: βάζω στίξη σε κείμενο (π.χ. τελείες, κόμματα).
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#871 · 7 Νοεμβρίου 2023
Previous word
#870 · δικοί
Next word
#872 · στυφή
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις