WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

στίξε

verb

στίξεΜορφή του ρήματος «στίζω»: βάζω στίξη σε κείμενο (π.χ. τελείες, κόμματα).

Daily Puzzle #871 · 7 Νοεμβρίου 2023
Κανένα σχόλιο ακόμα