Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΣΤΙΦΗ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
στίφη
noun
στίφη
—
Πληθυντικός του «στίφος»: ομάδα ανθρώπων ή ζώων συγκεντρωμένων μαζί, συνήθως σε πλήθος.
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#468 · 30 Σεπτεμβρίου 2022
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις