Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΣΤΑΘΩ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
σταθώ
σταθώ
—
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στέκομαι
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
Σταθώ < → λείπει η ετυμολογία
verb
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στέκομαι
θα σταθώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος στέκομαι
name
γυναικείο όνομα
Τύποι
Σταθώ
(feminine)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#326 · 11 Μαΐου 2022
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις