Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΣΤΟΈΣ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
στοές
5 letters
·
Ελληνικά
noun
στοές
—
Σκεπαστοί διάδρομοι με κολόνες, συνήθως σε δημόσιους χώρους ή γύρω από πλατείες/κτίρια.
Βικιλεξικό →
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#837 · 4 Οκτωβρίου 2023
Previous word
#836 · μιξάζ
Next word
#838 · αριών
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις