WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

στοές

noun

στοέςΣκεπαστοί διάδρομοι με κολόνες, συνήθως σε δημόσιους χώρους ή γύρω από πλατείες/κτίρια.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #837 · 4 Οκτωβρίου 2023
Κανένα σχόλιο ακόμα