stoˈli
Ετυμολογίαστολή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική στολή (εξάρτυση με ιματισμό)
- το σύνολο των ενδυμάτων με εμβληματικό χαρακτήρα που φέρουν προς διάκριση συγκεκριμένες ομάδες ατόμων, όπως σώματα ασφαλείας, ιατρικό προσωπικό, ιερείς
“αποκριάτικη στολή, στρατιωτική στολή”
Τύποιστολή(singular, nominative) · στολές(nominative, plural) · στολής(genitive, singular) · στολών(genitive, plural) · στολή(accusative, singular) · στολές(accusative, plural) · στολή(singular, vocative) · στολές(vocative, plural) · στολή(feminine)