stiˈlo
Ετυμολογίαστυλό < (λόγιο δάνειο) γαλλική stylo < γαλλική stylographe < αγγλική stylograph < style (stylus) < μεσαιωνική λατινική stylus < λατινική stilus + αρχαία ελληνική γράφω
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Τύποιστυλό(invariable, neuter) · Stilo(transliteration, Latin)