Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΣΥΝΩΝ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
συνών
adjective
συνών
—
Λέξη που έχει ίδια ή πολύ κοντινή σημασία με μια άλλη (συνώνυμο).
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1417 · 6 Μαΐου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις