Wordle
.
Global
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
σφάλω
ρήμα
σφάλω
—
Κάνω λάθος ή σφάλλω σε κάτι.
Wiktionary →
Dictionary
verb
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος σφάλλω
θα σφάλω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος σφάλλω
Wiktionary — CC BY-SA 4.0
Appeared In
Daily Puzzle
#613 · 22 Φεβρουαρίου 2023
Share
·
Archive
Discussion
No comments yet
Sign in to comment