WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

σφάλω

verb

σφάλωΚάνω λάθος ή σφάλλω σε κάτι.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #613 · 22 Φεβρουαρίου 2023
Κανένα σχόλιο ακόμα