ˈsfi.ka
Ετυμολογίασφήκα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σφήκα και σφήγκα < αρχαία ελληνική σφήξ
- είδος εντόμου της τάξης Υμενόπτερα (λατινικά: Hymenoptera) με φαρμακερό κεντρί και με κίτρινες και μαύρες ρίγες
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Σφήκας
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Σφήκας
Τύποισφήκα(singular, nominative) · σφήκες(nominative, plural) · σφήκας(genitive, singular) · σφηκών(genitive, plural) · σφήκα(accusative, singular) · σφήκες(accusative, plural) · σφήκα(singular, vocative) · σφήκες(vocative, plural) · σφήκα(feminine) · Σφήκα(feminine) · Сфика(transliteration, Cyrillic) · Sfika(transliteration, Latin) · Σφήκα(masculine)