sfaˈʝi
Originσφαγή < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σφαγή
- η ενέργεια του ρήματος σφάζω, η θανάτωση ζώου συνήθως ή και ανθρώπου με μαχαίρι
“※ Σκληρότης εἶναι τὸ νὰ βασανίζωνται τὰ ζῷα, ἄνευ ἀνάγκης, καὶ δημοσίᾳ μάλιστα, ἀδιαφορούσης τῆς ἐξουσίας, ἀπὸ ἀγωγιάτες, καροτσέρηδες, ζῳεμπόρους καὶ ἄλλους. Ἡ δὲ σφαγή πρέπει νὰ ἐκτελῆται μὲ πᾶσαν τ”
- η μαζική θανάτωση ανθρώπων, ιδίως σε πόλεμο
- figurativelyη ομαδική αποτυχία σε εξετάσεις, διαγωνισμούς
“Σφαγή στα μαθηματικά! Κάτω από τη βάση τα περισσότερα γραπτά”
- figurativelyη εσκεμμένη αλλοίωση αποτελέσματος από τους διαιτητές σε αθλητικό αγώνα υπέρ μίας εκ των δύο ομάδων
Formsσφαγή(singular, nominative) · σφαγές(nominative, plural) · σφαγής(genitive, singular) · σφαγών(genitive, plural) · σφαγή(accusative, singular) · σφαγές(accusative, plural) · σφαγή(singular, vocative) · σφαγές(vocative, plural) · σφαγή(feminine)