ˈsfi.ɾa
Originσφύρα < αρχαία ελληνική σφῦρα (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική marteau ή μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική hammer)
- archaicάλλη μορφή του σφυρί
- archaic, broadlyοστό του αφτιού
- archaic, broadlyο κόκορας / επικρουστήρας ενός όπλου
- archaic, broadlyείδος μεταλλικής σφαίρας, σ’ ένα σημείο της οποίας εφαρμόζει ατσαλένιο σύρμα με λαβή, από την οποία την πιάνει κάποιος αθλητής (σφυροβόλος, στο άθλημα της σφυροβολίας) και (περιστρεφόμενος κάποιες φορές γύρω από τον εαυτό του) την εκτοξεύει όσο πιο μακριά μπορεί
- archaic, broadlyείδος μηχανήματος που παραμορφώνει μέταλλα, θραύει πετρώματα κ.λπ.
Formsσφύρα(singular, nominative) · σφύρες(nominative, plural) · σφύρας(genitive, singular) · σφυρών(genitive, plural) · σφύρα(accusative, singular) · σφύρες(accusative, plural) · σφύρα(singular, vocative) · σφύρες(vocative, plural) · σφύρα(feminine) · Σφύρα(feminine) · Sfyra(transliteration, Latin)