A WORD EXAMINED

σχίζω

a portrait in meaning space

σχίζωκόβω σε δύο κομμάτια με μια απότομη κίνηση ένα αντικείμενο με μικρό πάχος, (πχ. χαρτί ή ύφασμα)

Βικιλεξικό →
Κανένα σχόλιο ακόμα