A word examined

σχίζω

5 letters·Ελληνικά

σχίζωκόβω σε δύο κομμάτια με μια απότομη κίνηση ένα αντικείμενο με μικρό πάχος, (πχ. χαρτί ή ύφασμα)

Βικιλεξικό →
Κανένα σχόλιο ακόμα