Wordle
.
Global
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
σωστά
σωστά
—
με σωστό τρόπο
Wiktionary →
Appeared In
Daily Puzzle
#1760 · 14 Απριλίου 2026
Share
·
Archive
Discussion
No comments yet
Sign in to comment
Dictionary
soˈsta
Origin
σωστά < σωστός
adv
με σωστό τρόπο
“το έφτιαξε σωστά”
— ≈ συνώνυμα: κανονικά, εντάξει
εκφράζει κάποια απορία αυτού που μιλάει, περιμένοντας θετική απάντηση από τον συνομιλητή του
“Ο Γιώργος θα φτάσει αύριο το μεσημέρι, σωστά; - Ναι!”
adj
accusative, nominative, plural, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σωστό
Wiktionary — CC BY-SA 4.0
This word in other languages
4
correctly
English
korekte
Esperanto
correctement
French
corect
Romanian