WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

σύρμα

noun

σύρμαΛεπτό μεταλλικό νήμα (καλώδιο) που χρησιμοποιείται για σύνδεση, στήριξη ή μεταφορά ρεύματος.

Βικιλεξικό →
Octordle Πλέγμα 2 #76 · 25 Ιουνίου 2026
Duotrigordle Πλέγμα 32 #68 · 17 Ιουνίου 2026
Daily Puzzle #1821 · 14 Ιουνίου 2026
Duotrigordle Πλέγμα 22 #59 · 8 Ιουνίου 2026
Daily Puzzle #932 · 7 Ιανουαρίου 2024
Κανένα σχόλιο ακόμα