WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

σύρμα

noun

σύρμαΛεπτό μεταλλικό νήμα (καλώδιο) που χρησιμοποιείται για σύνδεση, στήριξη ή μεταφορά ρεύματος.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #1821 · 14 Ιουνίου 2026
Daily Puzzle #932 · 7 Ιανουαρίου 2024
Κανένα σχόλιο ακόμα