Originσύρτη < σύρτις < Σύρτις (=πόλη της Λιβύης) < σύρω
- λόφος άμμου στο βυθό της θάλασσας, που μεταβάλλεται ως προς το σχήμα και τη θέση του από την επίδραση των υποθαλάσσιων ρευμάτων
Formsσύρτη(singular, nominative) · σύρτες(nominative, plural) · σύρτης(genitive, singular) · συρτών(genitive, plural, rare) · σύρτη(accusative, singular) · σύρτες(accusative, plural) · σύρτη(singular, vocative) · σύρτες(vocative, plural) · σύρτη(feminine)