WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

σώζει

verb

σώζειΣώζει: διασώζει ή προστατεύει κάποιον/κάτι από κίνδυνο ή ζημιά.

Octordle Πλέγμα 6 #58 · 7 Ιουνίου 2026
Daily Puzzle #1810 · 3 Ιουνίου 2026
Duotrigordle Πλέγμα 15 #38 · 18 Μαΐου 2026
Duotrigordle Πλέγμα 17 #14 · 24 Απριλίου 2026
Κανένα σχόλιο ακόμα