WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

τάξτε

ρήμα

τάξτεΠροστακτική του «τάσσω»: δώσε εντολή ή όρισε/καθόρισε κάτι.

Wiktionary →
Daily Puzzle #687 · 7 Μαΐου 2023
·Archive
No comments yet