ˈte.leks
Ετυμολογίατέλεξ < αγγλική telex < tele(printer) + ex(change)
- δίκτυο για την μετάδοση μηνυμάτων μέσω τηλετύπων
- τηλέτυπο που χρησιμοποιείται σε τέτοιο δίκτυο
- figurativelyχαρτί με εκτυπωμένο μήνυμα που έχει σταλεί με τα παραπάνω μέσα, ή/και το μήνυμα το ίδιο
“※ βρισκόταν στην Κέρκυρα έτοιμος να υποδεχθεί το γκρουπ των ταξιδιωτικών πρακτόρων. Εκεί η εταιρία του τον ειδοποίησε με τέλεξ ότι με το ίδιο αεροπλάνο που θα έφταναν τα 16 άτομα του γκρουπ, ερχόταν έ”
Τύποιτέλεξ(invariable, neuter)