ˈtel.ma
Originτέλμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τέλμα
:* μεταφορική σημασία < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική stagnant, stagnation
- literallyη έκταση με λιμνάζοντα νερά
“Στα ανατολικά του φράγματος υπάρχει ένα μικρό τέλμα, εποχιακής πλήρωσης με νερό των βροχών.”
“※ Αὗται εἶναι, κύριοι Πελαργοί, αἰ χῶραι τοῦ ἔθνους τῶν Ἑλλήνων τῶν ἀπογόνων τῶν Πελασγῶν, τῶν συγγενῶν μας. Τῶν χωρῶν τούτων ἐπεσκόπησα πᾶσαν λίμνην, πάντα ποταμόν, πᾶν τέλμα, πᾶν ῥυάκιον, πᾶν ἕλος. ”
- figurativelyη κατάσταση που δεν προχωράει, δεν αλλάζει, που χαρακτηρίζεται από ακινησία ή αδράνεια
“Μετά την αποτυχία του στις εξετάσεις έχει βυθιστεί σε ένα τέλμα.”
“※ Στο τέλμα της ύφεσης η ελληνική οικονομία (εφημερίδα Το Βήμα, 08.09.2011)”
Formsτέλμα(singular, nominative) · τέλματα(nominative, plural) · τέλματος(genitive, singular) · τελμάτων(genitive, plural) · τέλμα(accusative, singular) · τέλματα(accusative, plural) · τέλμα(singular, vocative) · τέλματα(vocative, plural) · τέλμα(neuter)