Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΤΕΜΝΕ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
τέμνε
verb
τέμνε
—
Μορφή του ρήματος «τέμνω»: κόβει/κόψε (με εργαλείο ή με τομή).
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#630 · 11 Μαρτίου 2023
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις