τέμνω—Κόβω ή τεμαχίζω κάτι με εργαλείο (π.χ. μαχαίρι).
τέμνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τέμνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *tm̥-n-h₂- < *temh₂- (κόβω)