WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

τέμνω

verb

τέμνωΚόβω ή τεμαχίζω κάτι με εργαλείο (π.χ. μαχαίρι).

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #1122 · 15 Ιουλίου 2024
Κανένα σχόλιο ακόμα