Ετυμολογίατέντα < ιταλική tenda < λατινική tenda (σκηνή)
- κομμάτι, συνήθως από ειδικό ύφασμα ή πλαστικό, μαζί με έναν ειδικό μηχανισμό, για να ανοίγει και να κλείνει, που τοποθετείται μπροστά από ανοίγματα ή πάνω από χώρους ξεκούρασης και χρησιμοποιείται για προστασία από τον ήλιο ή και την βροχή
- ύφασμα ή πλαστικό που περιβάλλει και προστατεύει την καρότσα σε φορτηγά αυτοκίνητα
Τύποιτέντα(singular, nominative) · τέντες(nominative, plural) · τέντας(genitive, singular) · τεντών(genitive, plural) · τέντα(accusative, singular) · τέντες(accusative, plural) · τέντα(singular, vocative) · τέντες(vocative, plural) · τέντα(feminine) · Τέντα(feminine) · Τέντας(masculine) · Tenta(transliteration, Latin)